Δεν είναι συνηθισμένο ένας Πατρινός να βρίσκεται και να εργάζεται στο μεγαλύτερο ερευνητικό κέντρο της γης. Πριν από σχεδόν ενάμιση χρόνο, ο Γιάννης Σταθόπουλος από τον Ψαθόπυργο Πατρών, ταξίδεψε στη Γενεύη και τις εγκαταστάσεις του CERN καθώς η πρόταση του – σε συνεργασία με τον καθηγητή Ιατρικής Στάθη Ευσταθόπουλο – για να συνεχίσει το διδακτορικό του πάνω στην Τεχνητή Νοημοσύνη και το πώς μπορούν να εντοπιστούν καρκινικοί όγκοι στον εγκέφαλο, φάνηκε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα στους ιθύνοντες του Ερευνητικού Κέντρου.

ΠΩΣ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΟ CERN

Ο Γιάννης Σταθόπουλος από μικρή ηλικία είχε ροπή προς τις θετικές επιστήμες. Ετσι, όταν αποφοίτησε από το Γενικό Λύκειο Ρίου, σπούδασε στο Τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου Πατρών και στη συνέχεια έκανε το επόμενο βήμα με το μεταπτυχιακό του στην Ιατρική Φυσική στο ΕΚΠΑ. Επόμενος σταθμός στην ακαδημαϊκή του καριέρα, το διδακτορικό δίπλωμα. Εκεί, ο Γιάννης Σταθόπουλος είχε μια καινοτόμα ιδέα που αφορά τον Καρκίνο του Εγκεφάλου και το πώς η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει στη διάγνωση όγκων μέσα από εικόνες μαγνητικής τομογραφίας. Ο καθηγητής του Ευστάθιος Σταθόπουλος τον προέτρεψε να καταθέσει αίτηση προς το Διεθνές Ερευνητικό Κέντρο για να συνεχίσει εκεί την έρευνά του, η οποία και έγινε δεκτή.

ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

«Ο συνδυασμός πυρηνικής φυσικής με την ιατρική είναι κάτι το ιδιαίτερο. Γι’ αυτό και επέλεξαν την ιδέα από το CERN, το οποίο συνηθίζει να στηρίζει καινοτόμες ιδέες» αναφέρει στην «ΠτΔ» ο Γιάννης Σταθόπουλος και περιγράφει το αντικείμενο της διδακτορικής μελέτης του: «Στο CERN δεν ασχολούμαστε μόνο με τη Φυσική όπως μπορεί να πιστεύει ο κόσμος. Προσωπικά ασχολούμαι με την ανάλυση της εικόνας με τεχνητή νοημοσύνη κυρίως με το ιατρικό κομμάτι. Το διδακτορικό μου έχει θέμα: χρήση αλγόριθμων τεχνητης νοημοσύνης για την υποστήριξη διαγνωστικών μεθόδων ογκολογικων περιστατικών εγκέφαλου από εικόνες μαγνητικού συντονισμού. Δηλαδή είναι σχετικό με τον Καρκίνο του Εγκεφάλου και την Τεχνητή Νοημοσύνη. Μάλιστα, έχει ολοκληρωθεί ήδη το πρώτο μέρος της έρευνας και έχουμε καταφέρει να βρούμε τον αλγόριθμο που μπορεί να εντοπίσει έναν όγκο στον εγκέφαλο. Πλέον, εργάζομαι πάνω στο δεύτερο μέρος της έρευνας, όπου ο αλγόριθμος θα μπορεί να εντοπίζει τι είδους είναι ο όγκος, πόσο είναι το προσδόκιμο ζωής του ασθενή αλλά και αν υπάρχει πιθανή θεραπεία. Όλα αυτά θα λειτουργούν επικουρικά με τον ακτινολόγο και τον ογκολόγο και στην ουσία, σε πρώτη φάση, θα αποτελούν εργαλεία για τη δουλειά τους» .

Στην ερώτηση για το αν θεωρεί πως η πανδημία έχει επηρεάσει την εξέλιξη της μελέτης του, ο Γιάννης Σταθόπουλος απαντά: «Τον πρώτο καιρό ήταν όλοι παγωμένοι σχετικά με τον κορονοϊό και περίμεναν να δουν πως θα εξελιχθεί η πανδημία. Πάνω-κάτω ισχύουν τα ίδια μέτρα με την Ελλάδα και εδώ. Η δουλειά μας συνεχίζεται κανονικά καθώς εφαρμόζουμε μέτρα προστασίας αλλά και τηλεεργασία, ωστόσο η φυσική επαφή πάντα βοηθάει ακόμα και στο κομμάτι των ερευνών».

Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ Η ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Σε ηλικία μόλις 31 ετών, ο Γιάννης Σταθόπουλος βρίσκεται ήδη ενάμιση χρόνο στη Γενεύη της Ελβετίας και το αντικείμενο της μελέτης του θα τον κρατήσει εκεί για τουλάχιστον ένα χρόνο ακόμα. Μας περιγράφει για τη ζωή στην Ελβετία αλλά και το πώς είναι να εργάζεσαι σε ένα ερευνητικό κέντρο όπως το CERN: «Οι εργασιακές συνθήκες είναι οι καλύτερες από κάθε άποψη. Δουλεύουμε αρκετά και πολλές φορές είναι επίπονη η εργασία μας, αλλά έχουμε όλα τα εργαλεία που χρειαζόμαστε για τις μελέτες μας. Επιπλέον, στο CERN βρίσκονται οι κορυφαίοι επιστήμονες από όλη την Ευρώπη, οπότε είναι λογικό η εξέλιξη να έρχεται με ραγδαίους ρυθμούς».

Στις ερωτήσεις για το πόσοι Ελληνες εργάζονται στις εγκαταστάσεις του CERΝ αλλά και αν θα ήθελε να επιστρέψει στην Ελλάδα κάποια στιγμή, η απάντηση μπορεί να εκπλήξει πολλούς: «Μπορώ να υπολογίσω πως συνεργάζονται ή εργάζονται μόνιμα περίπου 400 Ελληνες στο CERΝ. Αρκετοί από αυτούς με βοήθησαν το πρώτο διάστημα να προσαρμοστώ΄. Αν ήταν στο χέρι μου θα ήθελα να επιστρέψω. Μου αρέσει περισσότερο η ζωή στην Ελλάδα και θεωρώ πως ακόμα και στον επαγγελματικό τομέα υπάρχουν ευκαιρίες, ακόμα και αν δεν είναι τόσες πολλές όπως στο εξωτερικό ή αν δεν είναι πάντα στο χέρι μας για να τις αρπάξουμε».

 

Πηγή: Εφημερίδα Πελοπόννησος:

http://www.pelop.gr/?page=article&docid=608695&srv=6